ἀκτή 2

ἀκτή 2.
Grammatical information: f.
Meaning: `corn' (Il.), often Δημήτερος or ἀλφίτου ἀκτή; but DELG rightly points out that it cannot mean `flour' because of ἀλφίτου ἀκτή; cf. ἀκτή τροφή H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: No trace of digamma. Fur. 127 compares *ὀχθη, in εὔοχθος (see s.v.); also 320 on ὁχή. This evidence cannot be ignored. So a substr. word. Skoda, Phytonymes 275-283 thinks that the word means `ear (of corn)' and belongs to ἀκ- `sharp'.
Page in Frisk: 1,61

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ἀκτῇ — Ἀκτή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀκτή — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκτή — headland fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακτή — Ζώνη ξηράς, που βρίσκεται στο όριο επαφής μεταξύ στεριάς και υδάτινων, ωκεάνιων ή θαλάσσιων μαζών. Οι α. δεν αποτελούν ένα γραμμικό όριο μεταξύ των δύο στοιχείων, αλλά τη ζώνη της αμοιβαίας επίδρασής τους και κυρίως του νερού πάνω στη στεριά… …   Dictionary of Greek

  • ἀκτῇ — ἀκτάζω banquet on the shore fut ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀκτάζω banquet on the shore fut ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀκτέα elder tree fem dat sg (attic epic ionic) ἀκτή headland fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακτή — [акти] ουσ. Θ. берег, побережье …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ακτή — η παραλία, ακρογιαλιά: Οι ακτές που έχουν αμμουδιά γεμίζουν κόσμο το καλοκαίρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκτῆ — ἀκτέα elder tree fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ακτή Ελεφαντοστού — Κράτος της δυτικής Αφρικής.Συνορεύει στα Α με την Γκάνα, στα Β με την Μπουρκίνα Φάσο (ΒΑ) και το Μάλι (ΒΔ), στα Δ με τη Γουινέα (ΒΔ) και τη Λιβερία (ΝΔ), ενώ στα Ν βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό.Τα σύνορα της Δημοκρατίας της Α.Ε. δεν… …   Dictionary of Greek

  • Ακτή των Πειρατών — Παράκτια περιοχή του Περσικού κόλπου μεταξύ της χερσονήσου του Κατάρ στα Δ και της χερσονήσου Μουσάνταμ (ακρωτήριο Ομάν) στα Α, η οποία αντιστοιχεί στην ακτή των Hνωμένων Αραβικών Εμιράτων …   Dictionary of Greek

  • Ακτή Νέων Κερδυλίων — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 5 μ., 75 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βισαλτίας του νομού Σερρών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αμφίπολης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.